αγωγιάτης


αγωγιάτης
Αυτός που παρέχει το υποζύγιό του ή το τροχοφόρο του για τη μεταφορά ανθρώπων ή αντικειμένων και παίρνει χρήματα για αυτή τη δουλειά. Σήμερα ο όρος α. έχει αντικατασταθεί από τον όρο μεταφορέας, γιατί ανταποκρίνεται στα παλαιά μέσα μεταφοράς που έχουν ουσιαστικά εξαφανιστεί μπροστά στα σύγχρονα μέσα συγκοινωνίας. Σύμφωνα με τα άρθρα 95-107 του εμπορικού νόμου σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη χερσαία μεταφορά, ο μεταφορέας αναλαμβάνει τη μεταφορά πραγμάτων στον συμφωνημένο τόπο και χρόνο, εκτός αν αποδείξει νόμιμα ότι εμποδίστηκε από ακαταμάχητη βία. Είναι υπεύθυνος αν χάσει τα πράγματα που μεταφέρει ή μέρος από αυτά, όπως επίσης για κάθε αβαρία (βλάβη, αλλοίωση ή χειροτέρευση των πραγμάτων) ή πταίσμα, εκτός αν αυτά προέρχονται από ακαταμάχητη βία ή ελάττωμα του ίδιου του πράγματος. Αν η μεταφορά δεν έγινε, εξαιτίας ακαταμάχητης δύναμης, στον συμφωνημένο χρόνο, ο μεταφορέας δεν χρωστά αποζημίωση επειδή αργοπόρησε. Ο αποστολέας είναι υποχρεωμένος να πληρώσει το κόμιστρο και τα διάφορα έξοδα. Η παραλαβή των πραγμάτων που μεταφέρθηκαν και η πληρωμή του κόμιστρου παραγράφουν κάθε αγωγή κατά του μεταφορέα. Οι διατάξεις που ισχύουν για τη μεταφορά πραγμάτων εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις μεταφοράς προσώπων.
* * *
ο (θηλ. -ισσα)
αυτός που έχει ως επάγγελμα τη μεταφορά ανθρώπων ή πραγμάτων με υποζύγιο ή τροχοφόρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγώγι + παραγ. κατάλ. -άτης.
ΠΑΡ. αγωγιάτικος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγωγιάτης — αγωγιάτης, ο θηλ. ισσα αυτός που με αμοιβή, με ζώο ή αμάξι, μεταφέρει πρόσωπα ή πράγματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγωγιάτης — [агогиатис] ουσ. а. погонщик …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αγωγιάτικος — η, ο [αγωγιάτης] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον αγωγιάτη 2. (ο πληθ. ουδ. ως ουσ.) τα «αγωγιάτικα» αμοιβή τού αγωγιάτη για μεταφορά, τα μεταφορικά …   Dictionary of Greek

  • αγώγι — και αγώι, το (Α ἀγώγιον) μεταφορά πράγματος (με αγωγιάτη) νεοελλ. 1. η αμοιβή για τη μεταφορά αυτή (ο όρος μόνο για τη μεταφορά που γίνεται με ζώα ή με άμαξα στις άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιείται ο όρος κόμιστρο και για τις θαλάσσειες μεταφορές… …   Dictionary of Greek

  • βορδωνάρης — και βουρδωνάρης, ο (AM βουρδωνάριος) [βόρδων] ημιονηγός, αγωγιάτης …   Dictionary of Greek

  • Χατζηαποστόλου, Νικόλαος — (1884 – 1941). Μουσικοσυνθέτης. Προικισμένος με μεγάλο ταλέντο μουσικού και ωραία φωνή βαθύφωνου, σπούδασε περισσότερα από 8 χρόνια στο Ωδείο Λότνερ. Στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Γ’ Ελληνικού Μελοδράματος, πήρε μέρος στις περιοδείες… …   Dictionary of Greek

  • γαϊδουρολάτης — ο ο αγωγιάτης που οδηγεί γάιδαρο: Άλλα λογιάζει ο γάιδαρος κιάλλα ο γαϊδουρολάτης (παροιμ., άλλα περιμένει κάποιος και άλλα συμβαίνουν) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)